About Report a problem

Menu

προπηλακισμός

προπηλακισμός, insult

προπηλᾰκ-ισμός, ὁ,
  • = foreg., Hdt. 6.73; ὕβρις καὶ λοιδορία καὶ π. D. 18.12; ὁ τῆς δικαιοσύνης π. Aeschin. 3.258: pl., προπηλακισμοῖς κολάζειν Pl. Lg. 855b, etc.

Saved

Recent