προπηλακιστικῶς Save Bailly 2024 Middle Liddell προπηλακιστικῶς [ᾰ] adv. d’une manière outrageante, Dém. 874, 14. Étym. προπηλακίζω. προπηλακιστικῶς from προπηλᾰκίζω contumeliously, Dem.