πρόπηξις Save πρόπηξις, impact LSJ Bailly 2024 πρόπηξις, εως, ἡ, impact, f.l. in Orib. 50.41 tit. πρόπηξις, εως (ἡ) action de ficher en avant, Orib. 191 Mai. Étym. προπήγνυμι.