προσαίτησις
προσαίτησις, begging
προσαίτ-ησις, εως, ἡ,
- begging, ἐφημέρου τροφῆς Plu. Vitios. 2.499c.
προσαίτησις, εως (ἡ) mendicité, Plut. M. 499d.
Étym. προσαιτέω.
προσαίτησις, ἡ, das Betteln, Plut. an vitios. 3.