προσημειόομαι
προσημειόομαι, prognosticate
προσημ-ειόομαι, Med.,
- prognosticate, τὸν θάνατον LXX 4 Ma. 15.19.
- II Pass., to be noted before, Eust. 225.15.
προ·σημειόομαι-οῦμαι, c. προσημαίνω, Jos. Macc. 15, 19.
Étym. π. σημειόω.