προσπλώω Save LSJ Bailly 2024 Pape προσπλώω, v. προσπλέω. προσ·πλώω, ion. c. προσπλέω, Hdt. 5, 98 ; 8, 6 ; 9, 96, etc. προσπλώω, ion. statt προσπλέω, Her. 8.6.