πρόσπνευμα Save πρόσπνευμα, inspiration LSJ Bailly 2024 πρόσ-πνευμα, ατος, τό, inspiration, Plb. Fr. 202. πρόσπνευμα, ατος (τὸ) souffle, fig. Pol. (Suid. vo πνεύσας). Étym. προσπνέω.