πρόσπλαστος
πρόσπλαστος, ος, ον, abordable, accessible à, dat. Eschl. Pr. 716 vulg. (corr. πρόσπλατος [ᾱ]).
Étym. προσπλάζω ; πρόσπλατος, de π. πελάω.
πρόσπλαστος, (von προσπλάζω), annahbar, zugänglich, ἀνήμεροι γὰρ οὐδὲ πρόσπλαστοι ξένοις, Aesch. Prom. 718.
πρόσπλαστος ², (von προσπλάσσω), dazu od. daran gebildet, daran hangend, haftend.