Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προωστικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προχωρητικός
πρόχωσις
προψαλάσσω
πρόψαλμα
προψελλίζω
προψηλαφάω
προψηλάφημα
προψηνίζω
προψηφίζομαι
προψηφίζω
προψιθυρίζω
προψυχρίζω
προψύχω
προῳδικός
προωδίνω
προῳδός
προώδων
προωθέω
προώλης
προωμοσία
προωνέομαι
προωνύμιον
προώνυμος
προώριος
προωρισμένως
πρόωρος
πρόωσις
προωσμός
προώστης
προωστικός
προωστικῶς
προωφελέω
πρόωφος
πρυλέες
πρυλεύσεις
πρυλής
πρύλις
Πρύλις
πρύμνα
πρύμναδε
πρυμναῖος
Πρυμναῖος
Πρυμνεύς
πρυμνεύς
πρύμνη
πρύμνηθεν
πρυμνήσια
πρυμνήσιος
Πρυμνησσός
πρυμνήτης
πρυμνητής
πρυμνητικός
πρυμνόθεν
πρυμνόν
πρυμνός
πρυμνοῦχος
Πρυμνώ
πρυμνώρεια
πρυμνωρείη
πρυτανάρχης
πρυτανεία
…
προωστικῶς
Save
Bailly 2024
προωστικῶς,
adv.
en se poussant en avant,
Sext.
M.
10, 83
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}