Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρωρατεύω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρώκροον
πρωκτίζω
πρωκτοπεντετηρίς
πρωκτός
πρωκτόσοφος
πρωκτοτηρέω
πρωλυθίαι
πρωλύθιος
Πρώμνη
Πρωμόνα
πρῷμος
πρών
πρῶν
Πρών
Πρῶναξ
Πρώνιοι
πρώξ
πρώονες
πρῷος
πρωπέρυσι
πρῷρα
πρῶρα
πρῴρα
πρῳράζω
πρωράζω
πρώραθε
πρῴραθε
πρῴραθεν
πρώραθεν
πρῳρατεύω
πρωρατεύω
πρῳράτης
πρωράτης
πρῳρατικός
πρωρατικός
πρῳραχθής
πρωραχθής
πρῳρεύς
πρωρεύς
Πρῳρεύς
Πρωρεύς
πρώρη
πρῴρη
πρῴρηθεν
πρώρηθεν
πρῳρήσια
πρωρός
πρῶσαι
πρώσας
πρῶτα
πρωτάγγελος
Πρωταγόρας
Πρωταγόρειος
πρωταγός
πρωτάγριον
πρωτάγριος
πρωταγωνιστέω
πρωταγωνιστής
πρώταθλος
πρωταιτία
πρωταίτιος
…
πρωρατεύω
Save
Pape
πρωρατεύω
, [ᾱ],
ein πρωράτης sein
; Ar.
Eq
. 541 ; Alciphr. 2.4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}