πρῳρατικός
πρῳρατικός, of or for a πρῳράτης, officer in command at the bow
πρῳρ-ᾱτικός, ή, όν,
- of or for a πρῳράτης, ἑδώλιον Poll. 1.89.
- II Subst. -κή, ἡ, prow-awning, PCair.Zen. 54.13,27 (iii B.C., πρωιρ-).