πρῴραθε
πρῴραθε, from the prow
πρῴραθε [ᾱ] adv. c. le suiv. Pd. P. 10, 81.
πρῴρᾱθε, (ν)
- 1from the prow “πρῴραθεν Εὔφαμος καταβαὶς” (Bergk: πρώραθεν codd.) P. 4.22 ταχὺ δʼ ἄγκυραν ἔρεισον χθονὶ πρῴραθε (Bergk: πρώραθε codd.) P. 10.52