πρῷος Save LSJ Bailly 2024 Pape πρῷος, v. πρώϊος. πρωπέρῠσι, v. προπέρυσι. πρῷος, v. πρώϊος. πρῷος, = πρώϊος, Ar. Pax 966, s. oben, auch Kompar. πρῳαίτερος u. superl. πρῳαίτατος.