πρόσευξις Save LSJ Bailly 2024 Pape πρόσευξις, εως, ἡ, = προσευχή, Orph. H. 15.2, Gloss. πρόσευξις, εως (ἡ) prière, Orph. H. 14, 2. Étym. προσεύχομαι. πρόσευξις, ἡ, = προσευχή, Orph. H. 14.2.