προσευκτήριον
προσευκτήριον, place of prayer
προσευκ-τήριον, τό
- place of prayer, Ph. 2.168.
προσευκτήριον, ου (τὸ) lieu pour prier, oratoire, Phil. 2, 168.
Étym. προσεύχομαι.
προσευκτήριον, τό, Ort zum Beten, Philo.