προσεταιρέομαι Save Bailly 2024 Pape προσ·εταιρέομαι-οῦμαι (seul. prés.) prendre pour compagnon, Luc. Cat. 26. Étym. π. ἑταιρέω. προσεταιρέομαι, med., = προσεταιρίζω, Luc. Catapl. 26.