About Report a problem

Menu

προσευκαιρέω

προσευκαιρέω, have leisure for

προσευκαιρέω,
  • have leisure for, τοῖς κοινοῖς Arr. Epict. 3.22.72; ὀρχήσει Plu. Par.min. 2.316a; χορείαις (prob. for χωρίοις) Ps.-Plu. Fluv. 4.1; τῇ γεωργίᾳ μου, ταῖς λειτουργίαις, POxy. 487.16 (ii A.D.), 1119.12 (iii A.D.).

Saved

Recent