πτεροφύησις
πτερο-φύησις [ῠ], εως, ἡ,
- = sq. [πτεροφυΐα, growing feathers], Herm. in Phdr. p.160 A., Gp. 15.2.33.
πτεροφύησις, εως (ἡ) c. le suiv. Geop. 15, 2, 33.
Étym. πτεροφυέω.
πτεροφύησις, ἡ, = πτεροφυΐα, Geop.