πτερύγισμα
πτερύγισμα, flapping of the wings
πτερῠγ-ισμα, ατος, τό,
- flapping of the wings, cj. for πτέρισμα in Longin. Proll.Heph. p.83 C. (pl.); τερετίσματα cj. Nauck (Hermes 24.467).
πτερύγισμα, ατος (τὸ) [ῠ] déploiement des ailes, Lgn fr. 3, 5.
Étym. πτερυγίζω.
πτερύγισμα, τό, s. πτέρισμα.