πτερωτικός
πτερωτικός, of or for plumage
πτερ-ωτικός, ή, όν,
- of or for plumage, καθαρότης Hierocl. in CA 25 p.477 M.
πτερωτικός, ή, όν, qui peut voler, capable de voler, Hiérocl. C. aur. p. 477 Mullach.
Étym. πτερόω.