Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πτητικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πτέρυξις
πτέρυσμα
πτερύσσομαι
πτέρωμα
πτέρων
πτερώνυμος
πτέρως
Πτέρως
πτέρωσις
πτερωτής
πτερωτικός
πτερωτός
πτέσθαι
πτῆμα
πτήν
πτῆναι
πτηνοβόλος
πτηνοδρομέω
πτηνοκράτωρ
πτηνολέτις
πτηνοπέδιλος
πτηνόπους
πτηνός
πτῆξις
πτήσιμος
πτῆσις
πτήσομαι
πτήσσω
πτῆται
πτητικός
πτητικῶς
πτίλλος
πτιλοβάφος
πτίλον
πτιλόνωτος
πτίλος
πτιλόω
πτίλωσις
πτιλώσσω
πτιλωτός
πτισάνας
πτισάνη
πτισάνης
πτίσανον
πτισανορροφία
πτισανορρυφία
πτισανορρυφίη
πτίσις
πτίσμα
πτισμός
πτίσσω
πτιστέον
πτιστής
πτιστικός
πτίττω
πτόα
πτοαλέος
πτοέω
πτόη
πτόησις
πτοητός
…
πτητικῶς
Save
Bailly 2024
πτητικῶς,
adv.
de manière à voler,
Plut.
M.
405
b
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}