πτίλος
πτίλος, suffering from πτίλωσις ΙΙ, affecting eyelids
πτίλ-ος [ῐ], η, ον,
- suffering from πτίλωσις II, π. τοὺς ὀφθαλμούς LXX Le. 21.20; π. alone, Gal. 10.1017, 12.799; also π. βλέφαρα Dsc. 1.69.3: πτίλλος, = lippus, Gloss.
πτίλος, η, ον [ῐ] qui a perdu ses cils, Gal. 10, 432 ; Spt. Lev. 21, 20 ; en parl. des paupières elles-mêmes, Diosc. 1, 86.
πτίλος, ὁ, s. πτίλωσις (?).