Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πτόλισμα
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πτοία
πτοιαλέος
πτοιάω
πτοιέω
πτοίη
πτοίησις
πτοιητός
πτοίνα
Πτοιόδωρος
πτοῖος
πτοιώδης
πτοιωτός
πτολ
Πτολεμαεῖον
Πτολεμαῖα
Πτολεμαϊκός
Πτολεμαῖος
Πτολεμαΐς
Πτολεμαίτης
πτολεμίζω
πτολεμιστής
πτόλεμόνδε
πτόλεμος
πτολίαρχος
πτολίεθρον
πτολίοικος
πτολιπόρθης
πτολιπόρθιος
πτολίπορθος
πτόλις
πτόλισμα
πτορθάκανθος
πτορθεῖον
πτόρθιος
πτόρθος
πτορθοφορέω
πτόρμος
πτόρος
πτοώδης
πτυαλίζω
πτυαλισμός
πτύαλον
πτυαλώδης
πτυάριον
πτυάς
πτύγμα
πτυγμάτιον
πτύγξ
πτυελ
πτυελίζω
πτυελισμός
πτύελον
πτύελος
πτυελώδης
πτυΐδιον
πτυκτίζω
πτυκτίον
πτυκτός
πτύξ
πτύξαγρις
πτύξασα
…
πτόλισμα
Save
LSJ
Pape
πτόλισμα,
= πόλισμα,
Phot.
,
Suid.
πτόλισμα
, τό, ep. statt πόλισμα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}