πτολίαρχος Save LSJ Bailly 2024 Pape πτολίαρχος, Ep. for πολίαρχος, Call. Jov. 73; also Πτολεμ-άρχης, ου, ὁ, Epigr.Gr. 1036 (Nicomedia). πτολί·αρχος, ου (ὁ) poét. c. πολίαρχος, Call. Jov. 73. πτολίαρχος, ep. statt πολίαρχος.