πτολιπόρθιος
πτολι-πόρθιος, ον, = sq., of Odysseus, Od. 9.504.
πτολι·πόρθιος, ος, ον [λῐ] c. le suiv. Od. 9, 504, 530 ; Nonn. D. 25, 154.
πτολιπόρθιος, = πτολίπορθος, vom Odysseus, Od. 9.504, 530.
πτολιπόρθιος
=πτολίπορθος. Epithet of Odysseus Od. 9.504.
πτολιπόρθιος (πέρθω): sacker of cities, epith. of gods and heroes (in the Od. only of Odysseus).
πτολιπόρθιος
πτολῐ-πόρθιος, ον,
= πτολίπορθος, of Ulysses, Od.