πτολιπόρθης
πτολι-πόρθης, v. πτολίπορθος.
πτολι·πόρθης, ου [ῐ] adj. m. c. les suiv. Eschl. Ag. 473.
πτολιπόρθης, ὁ, = πτολίπορθος, Aesch. Ag. 459.
πτολιπόρθης
πτολῐ-πόρθης, ου, ὁ,
= πτολίπορθος, Aesch.