πτορθεῖον Save LSJ Bailly 2024 Pape πτορθ-εῖον, τό, = πτόρθος, Nic. Al. 267. πτορθεῖον, ου (τὸ) c. le suiv. Nic. Al. 267. πτορθεῖον, τό, = πτόρθος, Nic. Al. 267.