πτοιέω
πτοιέω, πτοίησις, πτοιητός, v. πτοέω, πτόησις, πτοητός.
πτοιέω-ῶ, v. πτοέω.
πτοιέω, = πτοέω ; πτοιήσεις τὰς ἀγέλας, Archi. 30 (VII.214); Callim. Del. 191.
†πτοιέω
3 pl. aor. pass. ἐπτοίηθεν. (δια-)
To terrify, scare, dismay Od. 22.298.
πτοιέω : only pass. aor. 3 pl., ἐπτοίηθεν, were dismayed, Od. 23.298†.