σήσαμος
σήσᾰμος, ὁ,
- = σήσαμον I.1, Gp. 9.18.2, Suid.
σήσαμος, ου (ἡ) [ᾰ] c. σήσαμον, Th. H.P. 3, 18, 13 ; Geop. 9, 18.
σήσαμος, ἡ,
= σήσαμον, Theophr.
= σησάμη, Theophr.
= σήσαμον, Theophr.
= σησάμη, Theophr.