σησαμόφωκτος
σησαμόφωκτος, toasted with sesame
σησᾰμό-φωκτος (Dor. σᾱσ-), ον,
- toasted with sesame, Philox. 3.16 (corr. Meineke for -φλωκτα).
*σησαμό·φωκτος, dor. σασαμό·φωκτος, ος, ον [ᾰ] rôti avec aspersion de sésame, Philox. 3, 607 Bgk.
Étym. σήσαμον, φώγω.