σησαμοπώλης
σησαμοπώλης, sesame-seller
σησᾰμο-πώλης, ου, ὁ,
- sesame-seller, IG 2(2).1561.23; fem. σησᾰμό-πωλις, ιδος, ib. 1554.40.
σησαμοπώλης, sesame-seller