σαρκόπυον Save σαρκόπυον, purulent flesh LSJ Bailly 2024 σαρκό-πῠον, τό, purulent flesh, Hp. Coac. 615. σαρκό·πυον, ου (τὸ) [ῡ] pustule, Hpc. 220c. Étym. σ. πῦον.