σαρκοειδής
σαρκοειδής, flesh-like, fleshy
σαρκο-ειδής, ές,
- flesh-like, fleshy, φύσις Pl. Ti. 76a; σ. ὢν τὴν φύσιν Arist. HA 495b22: Comp., -ειδέστερα νεῦρα Hp. Loc.Hom. 4, cf. Aret. SA 2.6: cf. σαρκώδης.
σαρκο·ειδής, ής, ές [ᾰ] qui ressemble à de la chair, Plat. Tim. 75e ; Arstt. H.A. 1, 16, 16 ||
Cp. -έστερος, Arét. p. 19, 22.
Étym. σ. εἶδος.
σαρκοειδής, ές, fleischartig, fleischig, Arist. H.A. 1.16 u. Sp.