σειριόεις
σειριόεις, scorching
σειριό-εις, εσσα, εν, (Σείριος)
- scorching, ἥλιος Opp. C. 4.338; ἀτμός Nonn. D. 12.289.
σειριόεις, όεσσα, όεν, ardent, Opp. C. 4, 338 ; Nonn. D. 12, 289.
Étym. σείριος.
σειριόεις, εσσα, εν, voll Glut, Hitze, wie der Σείριος, ἠέλιος Opp. Cyn. 4.338.