σειρομάστης Save LSJ Bailly 2024 Pape σειρομάστης, v. σιρομάστης. σειρόν· τὸ ἀνδρεῖον θέριστρον (Sicyonian), Hsch.; cf. ζειρά. σειρός, v. σιρός. σειρο·μάστης, var. de σιρομάστης. σειρομάστης, ὁ, s. σιρομάστης.