σεῖσμα
σεῖσμα, shaking
σεῖσμα, ατος, τό, (σείω)
- shaking, κοσκίνου LXX Si. 27.4.
- 2 pl., metaph., extortions (cf. σείω I.4), PTeb. 41.22 (ii B.C.), PMasp. 58 ii 11 (vi A.D., σῖσμ (α)).
σεῖσμα, ατος (τὸ) ébranlement, secousse, Spt. Sir. 27, 4.
Étym. σείω.
σεῖσμα, τό, Erderschütterung, LXX.