Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σειρωτός
σειρωτός, bound
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Σειρηδών
Σειρήν
σειρήν
Σειρήνειος
Σειρῆνες
Σειρήνιος
σειρηνός
Σειρηνοῦσσαι
σειρηφόρος
σειριάζω
σειρίασις
σειριάω
σειρικάριον
σειρικόν
σείρινα
σείρινος
σειριόεις
σειριόκαυτος
σείριος
Σείριος
σειρίς
Σειρῖτις
σειρομάστης
σειρομάστιξ
σειρός
σειροφόρος
σειρόω
σείρωμα
Σείρων
σείρωσις
σειρωτός
Σεισάμης
σεισάχθεια
σεῖσις
σεισίφυλλος
σεισίχθων
σεῖσμα
σεισματίας
σεισμοποιός
σεισμός
σεισμοσκοπικά
σεισμώδης
σεισοκέφαλος
σεισόλοφος
σεισοπυγίς
σεισούρα
σεισόφελος
σεισόφυλλος
σειστής
σειστός
σεῖστρον
σεῖστρος
σειστροφόρος
σείσων
σεῖφα
σείφαρος
σείω
σεῖ’
σεκάνες
σέκουα
σεκουνδαρούδης
…
σειρωτός
Save
σειρωτός, bound
LSJ
σειρ-ωτός, ή, όν,
bound,
Sm.
,
Thd.
Ex.
28.32.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}