σειροφόρος
σειροφόρος, ον,
- = σειραφόρος, only in Ps.-E. IA 223 (signf. I), and Suid. (signf. II).
σειροφόρος, = σειραφόρος, Suid.
σειροφόρος
σειρο-φόρος, ον,
= σειραφόρος 1, Eur.