About Report a problem

Menu

σεισοπυγίς

σεισο-πῡγίς, ίδος, ἡ,
  • = ἴυγξ (cf. κιναίδιον), Cyran. 97, Suid. s.v. κίγχλος, Sch. Theoc. 2.17:—Dim. σεισο-πύγιον, τό, Cyran. l.c., Tz. H. 11.577.

Saved

Recent