σημαντέος Save σημαντέος, to be noted LSJ Bailly 2024 σημαν-τέος, α, ον, to be noted, τόποι Aret. SA 2.2. σημαντέος, α, ον, vb. de σημαίνω, Arét. Caus. m. acut. 2, 2.