Σιβύλλειος
Σιβύλλειος, Sibylline
Σιβύλλ-ειος, ον, Sibylline, Σ. βίβλοι, at Rome, Plu. Fab. 4; τὰ Σ. D.H. 6.17, Plu. Marc. 3, etc.; also Σιβυλλ-ιακός, ή, όν, D.S. 34/5.10.
Σιβύλλειος
from Σίβυλλα
Σῐβύλλειος, α, ον
- Sibylline, Plut.