σιβύνιον
σιβύνιον, little spear (dim.)
σῐβύνιον [ῠ], τό, Dim. of foreg., Plb. 6.23.9.
σιβύνιον, ου (τὸ) [ῐῠ] dim. de σιβύνη, Pol. 6, 23, 9.
σιβύνιον, τό, dim. von σιβύνη, Pol. 6.23.9.
σιβύνιον, ου, τό,
Dim. of σιβύνη, Polyb.