σκάπτειρα
σκάπ-τειρα, ἡ,
- fem. of σκαπτήρ, σ. δίκελλα AP 6.21.
σκάπτειρα, ας, adj. f. de σκαπτήρ, Anth. 6, 21.
σκάπτειρα, ἡ, fem. von σκαπτήρ, die Grabende, δίκελλα, Ep.adesp. 176 (VI.21).
σκάπτειρα, ἡ,
fem. of σκαπτήρ, Anth.