σκαρδαμυκτέω
σκαρδᾰμ-υκτέω,
- = σκαρδαμύσσω, Luc. Lex. 4 (v.l. -ύττω) τοὺς ὀφθαλμούς Porph. ad Il. 13.443.
σκαρδαμυκτέω-ῶ [δᾰ] avoir les yeux clignotants, Luc. Lex. 4.
Étym. σκαρδαμυκτής.
σκαρδαμυκτέω, = σκαρδαμύσσω, Luc. Lexiph. 4.