σκᾶπτρον Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape σκᾶπτρον, v. σκῆπτρον. σκᾶπτρον -ου, τό Dor. voor σκῆπτρον. σκᾶπτρον, τό, dor. = σκῆπτρον.