About Report a problem

Menu

σκαριφεύω

σκαριφεύω, [ῑ], = σκαριφάομαι, erklärt Schol. Ar. Ran. 1493 : τὸ τοὺς ζωγράφους ὑποτυπῶσαι πρῶτον τοὺς γραφομένους.

Saved

Recent