σκάλευμα
σκάλευμα, that which is hoed
σκᾰλ-ευμα, ατος, τό,
- that which is hoed, Sch. Ar. Nu. 630, Hsch. s.v. σκαλαθυρμάτια (-αύματα cod.).
σκάλευμα, τό, das Gehackte, Behackte, Sp.