σκαλεύς
σκαλεύς, a hoer
σκᾰλ-εύς, έως, ὁ,
- hoer, X. Oec. 17.12, 15.
σκαλεύς, έως (ὁ) [ᾰ] celui qui sarcle, Xén. Œc. 17, 12 et 15.
Étym. σκαλεύω.
σκαλεύς, ὁ, der Grabende, Hackende, bes. der Gartengewächse od. Saat behackt ; Xen. Oec. 17.12 ; Poll. 1.221.
σκαλεύς
σκᾰλεύς, έως, ὁ,
σκάλλω
- a hoer, Xen.