σκιρός
σκιρός, hard
σκῑρός, ά, όν,
- hard, of tempered iron, Sch. S. Aj. 651; cancerous, νοσήματα Them. Or. 8.110c: metaph., σκιροὺς θεούς (v.l. for σκληροὺς) Plu. Def.orac. 2.421d (ap. Eus. PE 5.5, σκιρροὺς ap. Theodoret.); σ. γέροντες dub. cj. for σκληροὶ in Longus 2.14.
σκιρός, ά, όν, c. σκιρρός, Thém. 110c ; fig. Plut. M. 421e.
σκιρός, statt σκιρρός, zw.