σκιρτηθμός Save LSJ Bailly 2024 Pape σκιρτ-ηθμός, ὁ, = σκίρτησις, Orph. L. 220. σκιρτηθμός, οῦ (ὁ) c. σκίρτησις, Orph. Lith. 218. σκιρτηθμός, ὁ, = σκίρτησις, Orph. Lith. 218.